СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

predicated variable

мат. μεταβλητή πρόβλεψης παλινδρομητής; αιτιατή μεταβλητή; ανεξάρτητη μεταβλητή; επεξηγηματική μεταβλητή; προβλεπόμενη μεταβλητή
стат., науков. προβλέπουσα f; ερμηνευτική μεταβλητή