СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

picking-up

с/г. μάζεμα των καρπών; συλλογή των καρπών
pick-up
заг. προσθήκη f; λιθογόμωση f
докум., IT παρεμβολική λήψη
маш. τύμπανο-συλλέκτης m
маш., буд. μηχανισμός ανυψώσεως
мет. κραμάτωση του ηλεκτροδίου; τυχαία σύλληψη στοιχείων κατά την εναπόθεση
пром., буд., хім. Aποκόλληση σμάλτου
с/г. όργανο συλλογής; συλλεκτικό τύμπανο; τύμπανο συλλεκτικής μηχανής; τύμπανο συλλογής; συλλέκτης m; συλλεκτική διάταξη
трансп. μικρό φορτηγό
трансп., маш. αισθητήρας m; ανιχνευτής m
pick up ['pɪk'ʌp]
заг. σηκώνω
трансп. ημιφορτηγό f; μικρό φορτηγό αυτοκίνητο
to pick up ['pɪk'ʌp]
ел. διεγείρω
"pick up"
зв’яз. στοιχειοθετώ
pick-up of the electrode on the workpiece
мет. κραμάτωση του υλικού
picking up
хім. αποκόλληση f
 Англійський тезаурус
pick-up
метр. The primary element of a measuring chain which converts the input variable into a signal suitable for measurement
picking-up
: 155 фраз в 16 тематиках
Будівництво1
Електроніка32
Загальна лексика4
Зв’язок11
Землезнавство3
Інформаційні технології1
Лісівництво2
Маркетинг1
Матеріалознавство2
Машинобудування6
Медицина1
Металургія4
Промисловість2
Сільське господарство47
Транспорт35
Хімія3