СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

іменник | дієслово | до фраз

interworking

[ˌɪntə'wɜ:kɪŋ] імен.
зв’яз. διαλειτουργία f (ΣΠ); διασύνδεση f
IT διαλειτουργικότητα f; συλλειτουργία f
interworking дієсл.
зв’яз. συνεργασία
маш. λειτουργία με εναλλαγή
стат. διασυνεργασία
IT συνδυασμένη λειτουργία
 Англійський тезаурус
interworking [ˌɪntə'wɜ:kɪŋ] імен.
військ., логіст. Dialogue, exchanges between equipment from different manufacturers. (FRA)
interworking protocol
: 2 фрази в 1 тематиці
Зв’язок2