СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

gas pipeline

ек. αεριαγωγός m
енерг. αγωγός μεταφοράς φυσικού αερίου; σύστημα σωλήνων μεταφοράς αερίου
енерг., пром. αγωγός m
хім., маш. αγωγός αερίου
gas pipeline A long pipe, especially underground, used to transport gas over long distances
довк. αγωγός αερίου
gas pipeline
: 6 фраз в 2 тематиках
Енергетика4
Землезнавство2