![]() |
| |||
| πρακτορείο αποστολών εμπορευμάτων; μεταφορική εταιρία αποστολής εμπορευμάτων | |||
| |||
| πράκτορας μεταφορών | |||
| πράκτορας μεταφορών διαμετακόμισης | |||
| διαμετακομιστικός οίκος | |||
| εταιρία εντεταλμένη για αποστολή και μεταφορά εμπορευμάτων; εταιρία ομαδοποίησης εμπορευμάτων για μεταφορά; υπηρεσία ομαδοποίησης εμπορευμάτων για μεταφορά; διαμεταφορέας m | |||
| πράκτορας διαμετακόμισης | |||
| διεκπεραιωτής m | |||
| |||
| πράκτορας μεταφορών | |||
|
forwarding agents : 4 фрази в 2 тематиках |
| Транспорт | 3 |
| Юридична лексика | 1 |