СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
determination
 determination
заг. αποφασιστικότητα
мед. προσδιορισμός; καθορισμός
| effective
 effective
заг. αποτελεσματική; αποτελεσματικό
комп., Майкр. αποτελεσματικός
| levels
 level
буд. πάτωμα; όροφος
ел. βήμα ανύψωσης
маш. στάθμη με φυσαλλίδα αέρα
мед. στάθμη; επίπεδο
мед.біол. αλφάδι
мет. συνεπιπεδώνω
трансп. χωροβάτης; ισοπεδώνω
| of
 of
заг. από
| task
 task
заг. εντολή
зайн. καθήκον
комп., Майкр. εργασία
| automation
 Automation
комп., Майкр. αυτοματισμός
 automation
ек. αυτοματοποίηση
- знайдено окремі слова

до фраз

determination

[dɪ'tɜ:mɪ'neɪʃ(ə)n] імен.
заг. αποφασιστικότητα f
мед. προσδιορισμός m; καθορισμός m
хім. ποσοτική ανάλυση; ποσοτικός προσδιορισμός
 Англійський тезаурус
determination [dɪ'tɜ:mɪ'neɪʃ(ə)n] імен.
військ., абрев. detmn; detn
тех., абрев. deter
determination effective
: 1 фраза в 1 тематиці
Загальна лексика1