СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

compression set

землезн., пром., буд. παραμένουσα συμπίεσις
пром., буд. μόνιμη παραμόρφωση λόγω συμπιέσεως
с/г., пром., буд. παραμόρφωσις εξ εσωτερικής συμπιέσεως