СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
compacted
 compact
заг. συμπαγής
буд. καθιστώ συμπαγές; συμπίεση
мет. συμπιεσμένο αντικείμενο
прир.науки с/г. μικρόσωμος
 compacting
заг. συμπίεση με ελκυστήρα
буд. міськ.забуд. αύξηση πυκνότητας κατοίκησης
мед.біол. συμπαγοποίηση
мет. κυλινδρική προδιαμόρφωση
| and
 AND
комп., Майкр. λογικό ΚΑΙ
scalable | dedicated
 dedicate
заг. αφιερώνω
| Ethernet
 Ethernet
зв’яз. δίκτυο Ethernet
- знайдено окремі слова

до фраз

compacting

[kəm'pæktɪŋ] дієсл.
заг. συμπίεση με ελκυστήρα; συμπίεση χόρτου; συμπύκνωση χορτονομής; συσσώρευση
буд., міськ.забуд. αύξηση πυκνότητας κατοίκησης
мед.біол. συμπαγοποίηση
мет. κυλινδρική προδιαμόρφωση
пром., буд. πρεσάρισμα; συμπίεση
compact ['kɔmpækt] дієсл.
заг. συμπαγής
мет. συμπιεσμένο αντικείμενο
прир.науки, с/г. μικρόσωμος
to compact ['kɔmpækt] дієсл.
буд. καθιστώ συμπαγές; συμπίεση
 Англійський тезаурус
compact ['kɔmpækt] скор.
абрев., нафт. cmpt; cpct
COMPACTS скор.
абрев., косм. computer programmed automatic checkout and test system
compacted and
: 4 фрази в 4 тематиках
Будівництво1
Економіка1
Зв’язок1
Профспілки1