СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

commitment fee

фін. προμήθεια δεσμεύσεως; αμοιβή για τη δέσμευση κεφαλαίου
фін., страх. έξοδα λόγω ανάληψης υποχρέωσης