СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

до фраз

check

[ʧek] імен.
буд. ρυθμιστής m
землезн., пром., буд. Ραγάδα ακρορραγάδα
марк., фін. επιταγή f
матеріалозн., пром., буд. ραγάς f
мет. επιφάνεια με πυκνές γραμμώσεις
прир.науки, с/г. Παρεμπόδιση αύξησης αναστολή αύξησης σταμάτημα της αύξησης
пром. ρυθμιστής στάθμης
пром., буд. ρωγμή f; σκάσιμο n
пром., буд., маш. θραύση μικρής έκτασης
пром., буд., мет. διαμάντωμα n; καλτσίνα f; ράγισμα n; επιφανειακή ρωγμή
с/г., буд. λεκάνη κατάκλυσης
стат. εργασίες ελέγχου
IT έλεγχος m; επαλήθευση f
to check [ʧek] імен.
трансп. ελέγχω; εξελέγχω
фін. προβαίνω σε ελέγχους
IT επαληθεύω
checks імен.
с/г., буд. καρίκια n; λεκάναι m
check starting from an edge [ʧek] імен.
пром., буд., мет. ράγισμα άκρου; ρωγμή άκρου
 Англійський тезаурус
check [ʧek] скор.
абрев., страх. cancellation of a bill
амер. bill (cafe bill MichaelBurov)
checks скор.
абрев., зовн. торг. crizzles
CHECK [ʧek] скор.
абрев. Cross Help Email a Cheesey King
check sum
: 2 фрази в 1 тематиці
Інформаційні технології2