СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

bulk sampling

довк., тех., гірн. ολική δειγματοληψία
стат. δειγματοληψία όγκου
стат., науков. δειγματοληψία από σωρό; δειγματοληψία κατά στοιβάδες