СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

bound electron

['baundɪ'lektrɔn]
ел. δεμένο ηλεκτρόνιο; δεσμευμένο ηλεκτρόνιο
природозн., тех. δέσμιο ηλεκτρόνιο