СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
Partitioned
 partition
заг. διαχωριστικό πέτασμα; κινητός διαχωριστικός τοίχος
буд. πέτασμα; χώρισμα
комп., Майкр. διαμέρισμα
с/г. διαχωρισμός
трансп. μπουλμπές
IT тех. τμήμα
 partitioned
мед. διαχωρισμένος; με χωρίσματα
| Access Method
 access method
зв’яз. IT μέθοδος πρόσβασης
комп., Майкр. μέθοδος πρόσβασης
- знайдено окремі слова

дієслово | прикметник | до фраз

partition

[pɑ:'tɪʃ(ə)n] дієсл.
заг. διαχωριστικό πέτασμα; κινητός διαχωριστικός τοίχος
буд. πέτασμα; χώρισμα
комп., Майкр. διαμέρισμα (A section of space on a physical disk that functions as if it were a separate disk)
маш. τοίχωμα
мед. διαμοιράζω διαμοίρασα; χωρίζω χώρισα; διάφραγμα (septum); ενδιάμεσο χώρισμα (septum); μεμβράνη (septum)
с/г. διαχωρισμός; διαχωριστικό
трансп. μπουλμπές; διάφραγμα
трансп., тех., юр. διαίρεση
хім. κατανέμω
юр. αναγκαστική διανομή; διαμερισμός; κατανομή; τεμαχισμός
IT διαμέριση; περιοχή
IT, тех. τμήμα
partitioning [pɑː'tɪʃnɪŋ, pɑːr'-] дієсл.
заг. διαμερισμός
бухг. επιμερισμός
трансп., тех., юр. χωρισμός
труд.пр. εργασίες εσωτερικών χωρισμάτων
яд.фіз. διαχωρισμός
IT, ел. τμηματοποίηση
partitioned [pɑː'tɪʃnd, pɑːr'-] прикм.
мед. διαχωρισμένος; με χωρίσματα
 Англійський тезаурус
partition [pɑ:'tɪʃ(ə)n] скор.
абрев. ptn
абрев., нафт. prtn
абрев., с/г. part
Partitioned Access Method
: 1 фраза в 1 тематиці
Інформаційні технології1