СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +
до фраз

part-time work

суспільс. εργασία με μειωμένο ωράριο
фін., труд.пр. εργασία κατά μερική απασχόληση; μερική ανεργία; μερική απασχόληση
юр., труд.пр. εργασία μερικής απασχόλησης
Part-Time Work
: 8 фраз в 3 тематиках
Економіка1
Суспільствознавство4
Юридична лексика3