СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

On-line testing

заг. Δοκιμή σε επικοινωνία
on-line testing
матеріалозн., пром., буд. δοκιμή κατά τη λειτουργία; συνεχής μέτρηση παραμέτρων παραγωγής