СловникиФорумКонтакти

   Англійська +
Google | Forvo | +

іменник | прикметник | до фраз

multiple

['mʌltɪp(ə)l] імен.
заг. πολλαπλή
мед. πολλαπλός; πολλαπλάσιος
multiple ['mʌltɪp(ə)l] прикм.
ел. πολλαπλό συνδρομητή; πολλαπλός μεταλλάκτης; πολλαπλό κύκλωμα
зв’яз. πολλαπλό
to multiple ['mʌltɪp(ə)l] прикм.
зв’яз., ел. πολλαπλασιαστικό πεδίο; πολλαπλούν πεδίο
Multiple Time
: 13 фраз в 3 тематиках
Зв’язок9
Інформаційні технології3
Статистика1