СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +

thresholding

сущ.
ИТ., космон., тех. διαβάθμιση κατωτέρων ορίων
стат. ταξινόμηση με καθορισμό κατωφλίου