СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
switching
 switch
городск.застр. κοτσίδα; πλεξίδα
естеств.науки. с/х. θύσανος; φούντα
ИТ. παράμετρος διακλάδωσης
Майкр. εναλλαγή
связь. эл. διακόπτω
эл. διακόπτης
 switching
связь. μεταγωγή
| and
 AND
Майкр. λογικό ΚΑΙ
| processing
 process
маш. κατασκευάζω
 processing
ИТ. επεξεργασία
лес. διαμόρφωσις
окруж. μεταποίηση
пром. μεταποίηση
пром. стр. διενέργεια κατεργασίας
с/х. τήξη
стат. тамож. фин. εργασίες τελειοποίησης
| center
 center
докум. τομεακό κέντρο
Майкр. κεντράρισμα
маш. κεντράρω; οπή κεντραρίσματος
стр. ικρίωμα
трансп. маш. κέντρο; οπή κέντρου; σημείο κέντρου
 centering
землевед. κεντράρισμα; κεντροθέτηση
- найдены отдельные слова

существительное | глагол | к фразам

switching

['swɪʧɪŋ] сущ.
трансп., воен., сухоп. "μανούβρα" f; διάρθρωση αμαξοστοιχίας
switch [swɪʧ] глаг.
общ. εναλλάσσω
городск.застр. κοτσίδα; πλεξίδα
естеств.науки., с/х. θύσανος; φούντα
ИТ. παράμετρος διακλάδωσης
Майкр. εναλλαγή (To change the modality of a conversation from, say, voice call to video, starting from a pop-up notification); περνάω (A circuit element that has two states, on and off); διακόπτης (A device used to connect computers on a network that forwards packets to specific ports rather than broadcasting every packet to every port)
связь. κουμπί; διατροπέας; μεταγωγέας
трансп., тех., стр. ψαλίδι σιδηροδρομικής γραμμής; αλλαγή γραμμής; αλλαγή πορείας; αλλαγή τροχιάς; βελόνη; διακλάδωση; κλειδί σιδηροδρομικής γραμμής; λοστός; τροχιά αλλαγής κατεύθυνσης
фарма. αλλαγή ταξινόμησης
эл. διακόπτης; επαφέας
switching ['swɪʧɪŋ] глаг.
маш. χειρισμός των κλειδιών των σιδηροδρομικών γραμμών
мед. αναστροφή; διακοπή; διατροπή; επιλογή; μεταλλαγή
связь. μεταγωγή; συστήματα μεταγωγής' μεταγωγή
трансп. υπηρεσία ελιγμών; ελιγμός
трансп., воен., сухоп. σύσταση αμαξοστοιχίας
эл. μεταβίβαση; όδευση
to switch [swɪʧ] глаг.
связь., эл. διακόπτω
эл. συνδέω; κάνω συνδεσμολογία
 Английский тезаурус
switch [swɪʧ] глаг.
воен., логист. The switch allows one to connect pieces of equipment or concentrators to the remaining part of the network and it makes the road to direct the data towards the network section where the intended piece of equipment is located. In this way, it allows one to better manage the data flow than the concentrator does. (FRA)
сокр. switchblade knife
сокр., ИТ. sw
сокр., эл.тех. three-pole; sw&d
SWiTCH [swɪʧ] глаг.
мед. Stroke With Transfusions Changing to Hydroxyurea (iwona)
SWITCH [swɪʧ] сокр.
сокр., хим., науч. Sulphur
switching and
: 38 фраз в 8 тематиках
Землеведение1
Информационные технологии6
Машиностроение2
Общая лексика2
Связь17
Торговля1
Транспорт4
Электроника5