СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
к фразам

stringer

['strɪŋə] сущ.
общ. γραμμή εγκλεισμάτων
мет. εγκλείσματα σε μορφή συνεχούς γραμμής
с/х. συνοχεύς,αμφιδέτης m
стр. σκαλομέρι n; δοκός ζεύξεως; κλιμακόπλευρο n; μηκίδα f
трансп. λούρος m; λώρος m
яд.физ. δέσμη στοιχείων πυρηνικού καυσίμου
stringer
: 26 фраз в 4 тематиках
Космонавтика1
Общая лексика1
Техника2
Транспорт22