СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
split
 split
лес. ραγάδα; ρωγμή ξύλου
мед. κόβω έκοψα; κομμένος; διακόπτω διέκοψα
пром. стр. κρούστα; αγανίλα; σουβλί
пром. стр. мет. ρωγμή
трансп. ρηγματώνομαι
| sample test
 sampling test
эл. δοκιμή με δειγματοληψία
- найдены отдельные слова

существительное | глагол | прилагательное | к фразам

split

[splɪt] сущ.
лес. ραγάδα f; ρωγμή ξύλου
мед. κόβω έκοψα; κομμένος; διακόπτω διέκοψα
split [splɪt] глаг.
общ. ρήγμα; διαχωρίζω
Майкр. διαιρώ (To divide an audio or video clip into two clips)
splitting ['splɪtɪŋ] глаг.
ИТ. διάσπαση
Майкр. διαχωρισμός (The process of separating the copy of the file inside Briefcase from the copy outside Briefcase)
мет. σχίσιμο
пищ. διάσχιση
пром., стр. σχίσιμο κατά μήκος; αναδίπλωση φύλλου; διαίρεση
с/х. σχίζω
тех., пром., стр. διαχωρισμός
трансп. αφαίρεση επικάλυψης; ξήλωμα ελάσματος; έκρηξη; διάρρηξη; σκάσιμο
фин. μερισμός μετοχής; "σπάσιμο"; μερισμός
to split [splɪt] глаг.
трансп. εμφανίζω ρωγμές
splits глаг.
пром., стр. σπλιτ
splitting twinning ['splɪtɪŋ] глаг.
общ. διάσπαση - διαχωρισμός κυττάρων εμβρύου
split [splɪt] прил.
материаловед., пром., стр. διαμήκης σχισμή
мет. διάσπαση; σχίσιμο
прав.чел., обществ. διχασμός
пром., стр. κρούστα; αγανίλα; σουβλί
пром., стр., маш. θραύση μικρής έκτασης
пром., стр., мет. ρωγμή; σχισμή; ράγισμα; χαραγή
с/х. χάραξη πρώτης αυλακιάς; πρώτη αυλακιά
с/х., пром., стр. σχισμή διαμπερής,ρωγμή διεισδύουσα
с/х., уголь. ημικυκλικός κορμός
связь. σχισμένος; χαραγμένος
связь., эл. μεταγωγή δέσμης
фин. μερισμός μετοχής
to split [splɪt] прил.
с/х. σχίζω
трансп. ρηγματώνομαι
трансп., хим. σχίζομαι
 Английский тезаурус
split [splɪt] сущ.
инвест. forward stock split (MichaelBurov); forward split (MichaelBurov); stock split (MichaelBurov)
SPLIT [splɪt] сокр.
сокр., эл. space programming language implementation tool; standard processing language internally translated
split [splɪt] глаг.
сл. leave (It is time to split and go see the movie)
SPLIT [splɪt] глаг.
нефт.газ. split control signal distribution block
split-sample
: 1 фраза в 1 тематике
Химия1