СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
specification
 specification
общ. προσδιορισμός προδιαγραφών; καθορισμός
мед. προδιαγραφή
эк. бухг. ειδικότητα; ειδικότητα των πιστώσεων
 specifications
общ. συγγραφή υποχρεώσεων
| for
 for
общ. για
| structures
 structure
общ. συγκροτώ
ИТ. δομή εγγράφου
Майкр. δομή
мед. δομή; συγκρότηση
трансп. авиац. δομή αεροσκάφους; κέλυφος
 structures
бухг. κατασκευές
 structuring
докум. δόμηση
- найдены отдельные слова

к фразам

specification

['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
общ. προσδιορισμός προδιαγραφών; καθορισμός m
мед. προδιαγραφή f
эк., бухг. ειδικότητα f; ειδικότητα των πιστώσεων
specifications сущ.
общ. συγγραφή υποχρεώσεων
маш. κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά
 Английский тезаурус
specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
тех., сокр. specif.
юр., сокр. spec.
Specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
инвест., сокр. spec
specification for
: 3 фразы в 3 тематиках
Землеведение1
Информационные технологии1
Общая лексика1