СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
specification
 specification
общ. προσδιορισμός προδιαγραφών; καθορισμός
мед. προδιαγραφή
эк. бухг. ειδικότητα; ειδικότητα των πιστώσεων
 specifications
общ. συγγραφή υποχρεώσεων
| and
 AND
Майкр. λογικό ΚΑΙ
| assertion
 assertion
ИТ. обр.дан. απόφανση; βεβαίωση; παραδοχή
| language
 language
Майкр. γλώσσα
- найдены отдельные слова

к фразам

specification

['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
общ. προσδιορισμός προδιαγραφών; καθορισμός m
мед. προδιαγραφή f
эк., бухг. ειδικότητα f; ειδικότητα των πιστώσεων
specifications сущ.
общ. συγγραφή υποχρεώσεων
маш. κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά
 Английский тезаурус
specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
тех., сокр. specif.
юр., сокр. spec.
Specification ['spesɪfɪ'keɪʃ(ə)n] сущ.
инвест., сокр. spec
specification and
: 7 фраз в 4 тематиках
Информационные технологии4
Финансы1
Экономика1
Электроника1