СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
к фразам

sampling unit

стат. δειγματοληπτική μονάδα; μονάδα δείγματος; μονάδα δειγματοληψίας
тех., хим. οντότητα f
эк., бухг. μoνάδα δειγματoληψίας; στοιχείο της δειγματοληψίας; στοιχείο του δείγματος
sampling unit
: 9 фраз в 4 тематиках
Естественные науки1
Математика3
Статистика4
Экономика1