СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
существительное | сокращение | к фразам

royalty

['rɔɪəltɪ] сущ.
общ. αμοιβή f
окруж. δικαίωμα χρήσης/συγγραφικά δικαιώματα
связь. συγγραφικά δικαιώματα
стат., фин. δικαίωμα χρήσης; ρόγιαλτυ
фин. ποσό δικαιωμάτων εκμετάλλευσης; οφειλή f; χρέος n
юр. δικαιώματα εκμεταλλεύσεως
юр., с/х. δασμός υλοτομήσεως
royalties сущ.
марк., фин. δικαίωμα εκμετάλλευσης; πληρωτέο ποσό έναντι δικαιωμάτων χρήσης τεχνολογιών; συγγραφικό δικαίωμα
royalty Compensation for the use of a person's property, based on an agreed percentage of the income arising from its use ['rɔɪəltɪ] сущ.
окруж. δικαίωμα n (χρήσης); συγγραφικά δικαιώματα
 Английский тезаурус
royalty ['rɔɪəltɪ] сокр.
сокр., нефт. roy
royalty
: 26 фраз в 6 тематиках
Майкрософт2
Общая лексика3
Связь1
Финансы7
Экономика2
Юридическая лексика11