![]() |
| module | |
| ИТ. | δομική ενότητα; δομικό στοιχείο; δομοστοιχείο |
| Майкр. | λειτουργική μονάδα |
| маш. | διαμετρικό βήμα; μέτρο; μέτρο οδοντώσεως; μοντούλ |
| пром. стр. | μικροκλίβανος; μικρός κλίβανος |
| integrated circuit | |
| ИТ. | δυναμικό κύκλωμα |
| ИТ. эл. | ολοκληρωμένο κύκλωμα |
| integrating circuit | |
| ИТ. трансп. тех. | ολοκληρωτής |
| module | |
| ИТ. | δομική ενότητα; δομικό στοιχείο; δομοστοιχείο |
| Майкр. | λειτουργική μονάδα |
| маш. | διαμετρικό βήμα; μέτρο; μέτρο οδοντώσεως; μοντούλ |
| пром. стр. | μικροκλίβανος; μικρός κλίβανος |
| |||
| δομική ενότητα; δομικό στοιχείο; δομοστοιχείο n | |||
| τμήμα προγράμματος | |||
| ενότητα f; ενότητα προγράμματος | |||
| λειτουργική μονάδα (In programming, a collection of routines and data structures that performs a particular task or implements a particular abstract data type. Modules usually consist of two parts: an interface, which lists the constants, data types, variables, and routines that can be accessed by other modules or routines, and an implementation, which is private (accessible only to the module) and which contains the source code that actually implements the routines in the module) | |||
| διαμετρικό βήμα; μέτρο n; μέτρο οδοντώσεως; μοντούλ n; βήμα n | |||
| μικροκλίβανος m; μικρός κλίβανος | |||
| αρχιτεκτονικό μέτρο | |||
| βαθμίδα f; μόντουλ n | |||
| ηλιακή μονάδα | |||
| αυτοτελές τμήμα' δομοστοιχείο' δομικό στοιχείο' δομική ενότητα | |||
| Английский тезаурус | |||
| |||
| mdl; mod | |||
| modul | |||
| PLEM (MichaelBurov) | |||
| RCCBM RCCB | |||
|
module integrated : 1 фраза в 1 тематике |
| Общая лексика | 1 |