СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +

introspection

['ɪntrə'spekʃ(ə)n] сущ.
мед. αυτοανάλυση f; ενδοσκόπηση f; αυτοπαρατήρηση f; αυτοσκόπηση f