СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +

к фразам

float

[fləut] сущ.
ИТ., обр.дан. κινητό στοιχείο κειμένου
космон., трансп. Πλωτήρας m
Майкр. τύπος κινητής υποδιαστολής (A data type that holds floating-point number data from -1.79E + 308 through 1.79E + 308. float, double precision, and float(n) are SQL Server float data types)
пром., стр. τόξο n; επιπλέον νήμα
пром., стр., мет. πλωτήρας επιφανειακής ροής
рыб. σημαδούρα f
с/х. ισοπεδωτικό μηχάνημα εδάφους; ισοπεδωτής f
с/х., тех. σχεδία n
связь. κινητό στοιχείο
трансп. πλωτήρας m
трансп., пром., стр. στόλος m
трансп., с/х. επιπλέω
трансп., хим. πλωτήρας καυσίμου
фин. επιταγές και λοιπά αξιόγραφα στη διαδικασία της είσπραξης; πιθανή διάθεση τίτλων; ποσοστό μετοχών που διατίθεται μέσω δημόσιας εγγραφής και μέσω του χρηματιστηρίου
фин., связь. κινητό στοιχείο κειμένου
хим. τριβίδι n
хобби., с/х. φελλός m
Float [fləut] сущ.
общ. Κινούμαι
 Английский тезаурус
float [fləut] сущ.
воен., сокр. flt
FLOAT [fləut] сущ.
воен. floatation for aircraft technology
сокр., НАСА. flexible levitation on the track (MichaelBurov); flexible levitation on track (MichaelBurov)
сокр., нефт. floating offshore attended terminal
float-on
: 2 фразы в 1 тематике
Транспорт2