СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +

expanded type

связь. διεσταλμένος' διεσταλμένο στοιχείο
фин., ИТ., обр.дан. διεσταλμένο στοιχείο; διεσταλμένος