СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
double
 "double"
трансп. "διπλό HGV"
 double
общ. δίκλινο δωμάτιο; διπλά; διπλασιάζω; διπλός διπλή
здрав. διπλός; διπλασιασμένος
мед. διπλό
пром. стр. ενισχύω με επένδυση
с/х. διπλός θάλαμος
| column
 Column
хим. πύργος; στήλη
 column
общ. πλούμιον; στήλη ύδατος
здрав. δέσμη
мед. στήλη
мет. κολόνα
пром. стр. κίονας
связь. ИТ. βάση φωτογραφικής μηχανής
- найдены отдельные слова

существительное | глагол | прилагательное | к фразам

double

['dʌbl] сущ.
общ. δίκλινο δωμάτιο
doubling ['dʌblɪŋ] глаг.
мед. διπλασιασμός; αναδιπλασιασμός
пром. διμερισμός
пром., стр. στρίψιμο; συστροφή; επένδυση
с/х. προστατευτική επένδυση πλευρών
тех., пром., стр. δίπλιασμα
double ['dʌbl] прил.
общ. διπλά; διπλασιάζω; διπλός διπλή
здрав. διπλός; διπλασιασμένος
мед. διπλό
пром., стр. ενισχύω με επένδυση
с/х. διπλός θάλαμος; αληθές ζεύγος; γενετικό ζεύγος
связь. διπλή τύπωσις της αυτής λέξεως; εσφαλμένη επανάληψη στοιχείου
to double ['dʌbl] прил.
пром., стр. διπλιάζω; στρίψιμο κλωστών
трансп. προσπερνώ
"double" прил.
трансп. "διπλό HGV"
 Английский тезаурус
double ['dʌbl] сущ.
кино. An actor who stands in for another actor in certain scenes, some of which may involve dangerous circumstances or require special skills e.g. a stunt double. Sometimes body doubles are used in scenes that call for nudity or intimacy. Contrast with stand-in.
сокр. dbl; db (Yuriy83)
сокр., картогр. d; doub
сокр., полим. dbl (e)
сокр., с/х. dble
тех., сокр. dubl
double-column
: 2 фразы в 2 тематиках
Информационные технологии1
Машиностроение1