СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский Греческий +
Google | Forvo | +
buffer
 buffer
мед.-биол. αναστολέας; σφήνα; τάκος
пром. стр. ξύστρα; ράσπα
трансп. αποσβεστήρας κρούσεων
| over
 over
общ. επί; πάνω από
связь. трансп. авиац. ακούει
 overs
связь. πρόσθετα τυπογραφικά φύλλα για συμπλήρωση κακεκτύπων
- найдены отдельные слова

существительное | глагол | существительное | к фразам

buffer

['bʌfə] сущ.
докум., ИТ. ενδιάμεση αποθήκη
естеств.науки., с/х. ανασταλτήρ m; ενδιάμεσον είδος; μεταβατική ζώνη
землевед., эл. απομονωτήρας m; απομονωτής
ИТ., тех. Ενδιάμεσος καταχωρητής; αντιμνήμη f; ενδιάμεση μνήμη; μνήμη εξισωτικού ταμιευτή
Майкр. αποθηκεύω σε buffer (To use a region of memory to hold data that is waiting to be transferred, especially to or from input/output (I/O) devices such as disk drives and serial ports)
маш. διαχωριστικός χώρος; ενδιάμεσος χώρος; επικάθιση f; ανακρουστήρας m; τερματικός αναστολέας
мед. ρυθμιστικό διάλυμα
мед.-биол. αναστολέας m; σφήνα f; τάκος m
пром., стр. ξύστρα f; ράσπα f
с/х. δεσμός m; εμπόδιο n; πέδη f; πέδικλο n
тех. αποσβεστήρας ταλαντώσεων' αμορτισέρ
трансп. αποσβεστήρας κρούσεων
трансп., маш. ανασταλτήρας m; αποσβεστήρας m; προσκρουστήρας m; συγκρατήρας m; συγκρουστήρας m
to buffer ['bʌfə] сущ.
докум., ИТ. ενδιάμεση αποθήκη; ενδιάμεση μνήμη
с/х. Ανασταλτήρας συγκρουστήρας
buffering ['bʌfǝrɪŋ] глаг.
ИТ. Προκαταχώρηση
ИТ., эл. προσωρινή αποθήκευση
мед. παρασκευή ενός ρυθμιστικού διαλύματος
мед.-биол., хим. ρυθμιστική ενέργεια
связь. περιοριοθέτηση
 Английский тезаурус
buffer ['bʌfə] сущ.
ИТ. Memory reserved to temporarily hold data to offset differences between the operating speeds of different devices, such as a printer and a computer (In a program, buffers are reserved areas of random access memory (RAM) that hold data while they are being processed)
сокр., ИТ. bfr
buffer over
: 2 фразы в 1 тематике
Транспорт2