СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский +
Google | Forvo | +
Operator
 operator
ИТ. тех. τελεστής
мед. χειριστής
связь. τηλεφωνήτρια; τηλεφωνητής; χειρίστρια
торг. επιχείρηση
торг. фин. επιχειρηματίας
трансп. авиац. αερομεταφορέας
фин. χρηματιστής; δικαιούχοι και φορείς
| Training
 train
общ. τρένο; εκπαιδεύω; εξασκώ; προπονώ
 training
Майкр. εκπαίδευση
обр. занят. κατάρτιση
окруж. άσκηση; άσκηση
- найдены отдельные слова

к фразам

operator

['ɔpəreɪtə] сущ.
здрав., с/х., животн., с/х. υπεύθυνος επιχείρησης
ИТ., тех. τελεστής f
Майкр. τελεστής f (A sign or symbol that specifies the type of calculation to perform within an expression. There are mathematical, comparison, logical, and reference operators)
мед. χειριστής m; γονίδιο χειριστής
окруж. φορέας λειτουργίας
связь. τηλεφωνήτρια f; τηλεφωνητής m; χειρίστρια f
торг. επιχείρηση f
торг., фин. επιχειρηματίας m
трансп., авиац. αερομεταφορέας m; εκμεταλλευόμενος; φορέας εκμετάλλευσης; εκμεταλλευόμενος αερομεταφορέας
фин. χρηματιστής m; δικαιούχοι και φορείς
фин., полит. τελεστής ή εκτελεστής
Operators сущ.
профс. Χειριστές m
operators сущ.
фин. μεταποιητές
 Английский тезаурус
operator ['ɔpəreɪtə] сущ.
авиац. A person, organization or enterprise engaged in or offering to engage in an aircraft operation.
воен., сокр. op; oper; opr; or
сокр., разг. o
Operator Training
: 1 фраза в 1 тематике
Образование1