СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Английский Греческий +
Google | Forvo | +
Loop
 loop
ИТ. тех. δίκτυο βρόχων; δίκτυο δακτυλίων
Майкр. βρόχος
мед. βρόγχος; βρόχος
пром. стр. βοστρυχώνω
связь. βρόχος
трансп. ανακύκλωση; περιφερειακή οδός
| on
 on
общ. ανοιχτό; επάνω; πάνω; προς
| Count
 count
общ. μέτρημα; μετρώ; μέτρηση παλμών
пром. стр. καταμέτρηση των φύλλων
стат. αρίθμηση; υπολογισμός
юр. λόγος' αιτία
 counting
ИТ. материаловед. μέτρηση
пром. стр. μέτρηση τίτλου
- найдены отдельные слова

существительное | глагол | сокращение | к фразам

loop

[lu:p] сущ.
общ. πειραματικός βρόχος; πειραματικό κύκλωμα
ИТ. ανακύκλωσις f
ИТ., тех. δίκτυο βρόχων; δίκτυο δακτυλίων
Майкр. βρόχος m (To execute a group of statements repeatedly)
мед. βρόγχος m; βρόχος m; εργαλεία από λευκόχρυσο βρόχο σε γυάλινη ράβδο χρησιμοποιούμενο για μικροβιακές καλλιέργειες; θηλειά f; έλικα f; σπείρα f; αγκύλη f
связь., трансп. ραδιογωνιομετρική κεραία
тех., пром., стр. θηλιά f; θηλιά νήματος; μπούκλα f
трансп. ανακύκλωση f; περιφερειακή οδός
трансп., стр. δακτύλιος m; ελιγμός m; καμπή f
эл. βρόχος σύζευξης; κλειστό κύκλωμα
loops сущ.
общ. θηλειές f; κουμπότρυπες f
to loop [lu:p] сущ.
пром., стр. βοστρυχώνω; θήλιασμα n
local loop [lu:p] сущ.
связь. τοπικός βρόχος
looping ['lu:pɪŋ] глаг.
ИТ. δημιουργία βρόχου; ανακύκλωση
пром., стр. ρεμαγιάρισμα
 Английский тезаурус
loop [lu:p] сущ.
воен., логист. Operation which consists in joining the conductors of a same circuit for control and measuring purposes. The word "loop" is often used, wrongly, instead of "connection". (FRA)
LOOP [lu:p] сокр.
сокр., авто. indicated loop status of the engine computer
loops сущ.
воен., сокр. lps
LOOP [lu:p] сокр.
воен., сокр. long-range open ocean patrol
прогр., сокр. Loop on Count
сокр. Louisiana Offshore Oil Port; long-range open ocean patrol
сокр., авто. engine operating loop status
сокр., гинек. luteal out-of-phase event (Rada0414)
сокр., ИТ. Logic Of Object Oriented Programming; Loop on Count
сокр., трансп. Louisiana Offshore Oil Platform
сокр., эл. low-cost optimized optical passive components
тех. loss of off-site power
Loop on
: 1 фраза в 1 тематике
Связь1