СловариФорумКупитьСкачатьКонтакты

   Датский +
Google | Forvo | +
к фразам

sensor

сущ.
общ. ανιχνευτήρας f; όργανο αντιλήψεως; συλλέκτης m; αισθητήριο όργανο
окруж. ανιχνευτής m; αισθητήρας m; αισθητήριο n; αισθητήριο όργανο
связь. τηλεπισκοπικός δέκτης
связь., трансп. φωρατής f
эл. αισθητήριο προσέγγισης; αισθητήρας σχηματισμού εικόνας; αισθητήρας εικόνων
sensor
: 61 фраза в 11 тематиках
Землеведение1
Информационные технологии5
Майкрософт10
Машиностроение1
Медико-биологические науки3
Общая лексика3
Окружающая среда3
Связь15
Техника1
Химия1
Электроника18