Corrections | |
comp., MS | Διορθώσεις |
code | |
gen. | κρυπτογράφημα; κρυπτογραφώ |
commun. | κωδικός δρομολόγησης; χαρακτηριστικός αριθμός |
IT dat.proc. | κώδικας |
IT tech. | προγραμματίζω; κωδικοποιημένη παράσταση |
med. | κώδικας; κωδικεύω κωδίκευσα; κωδικοποιώ |
check | |
agric. construct. | λεκάνη κατάκλυσης |
fin. | προβαίνω σε ελέγχους |
industr. | ρυθμιστής στάθμης |
industr. construct. | ρωγμή |
industr. construct. met. | διαμάντωμα; καλτσίνα; ράγισμα; ράγισμα άκρου; ρωγμή άκρου; επιφανειακή ρωγμή |
| |||
διόρθωση | |||
| |||
Διορθώσεις (A set of features that enables users to improve the quality of their images with just one or two clicks. Galleries help the user optimize characteristics such as brightness, contrast, color, and sharpness) | |||
English thesaurus | |||
| |||
corr (Vosoni) | |||
c; cor. | |||
co; cor; corr; crtn | |||
| |||
An expression used in radiocommunication meaning "An error has been made in this transmission or in the message indicated. The correct version is ..." |
correction code : 5 phrases in 2 subjects |
Communications | 3 |
Information technology | 2 |