timing | |
el. | χρονισμός |
fin. | επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής; επιλογή χρονικού σημείου επέμβασης |
objective | |
gen. | αντικειμενική; σκοπός |
comp., MS | στόχος |
| |||
χρονισμός | |||
επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής; επιλογή χρονικού σημείου επέμβασης | |||
χρονομέτρηση | |||
English thesaurus | |||
| |||
thermosphere-ionosphere-mesosphere energetics and dynamics |
timed : 155 phrases in 22 subjects |