primary | |
gen. | πρωτοταγής; δημοτικό σχολείο; στοιχειώδης |
el. | πρωτεύουσα πλευρά |
mech.eng. | πρωτεύων,πρωτεύουσα,πρωτεύον |
med. | πρωταρχικός; πρωτεύων; αρχικός |
nat.sc. astronaut. | πρωτεύοντας αστέρας |
sampling unit | |
econ. account. | μoνάδα δειγματoληψίας; στοιχείο της δειγματοληψίας; στοιχείο του δείγματος |
stat. | δειγματοληπτική μονάδα; μονάδα δείγματος; μονάδα δειγματοληψίας |
| |||
πρωτοταγής; δημοτικό σχολείο; στοιχειώδης | |||
πρωτεύουσα πλευρά | |||
πρωτεύων,πρωτεύουσα,πρωτεύον | |||
πρωτεύων; αρχικός | |||
πρωτεύοντας αστέρας | |||
επαγωγέας; στάτωρ | |||
| |||
πρωταρχικός | |||
English thesaurus | |||
| |||
PRI; PRIM | |||
pr; prim. |
primary : 809 phrases in 44 subjects |