electronic level | |
life.sc. | ηλεκτρονικά όργανα μέτρησης υψομετρικών διαφορών |
controller | |
agric. | χειριστήριο |
commun. transp. | συντονιστής φωτεινής σηματοδοτήσεως |
comp., MS | ελεγκτής |
earth.sc. mech.eng. | βοηθητική διάταξη ρυθμίσεως |
mech.eng. | ρυθμιστής; ρυθμιστική διάταξη; συσκευή ελέγχου; όργανο ελέγχου |
| |||
ηλεκτρονικά όργανα μέτρησης υψομετρικών διαφορών |
electronic level : 1 phrase in 1 subject |
Information technology | 1 |