DictionaryForumContacts

Google | Forvo | +
to phrases

developer

[dɪ'veləpə] n
gen. παράγοντας ανάπτυξης
commun., IT αναπτύσσων f; σχεδιαστής
comp., MS προγραμματιστής (An individual who designs and develops software)
construct., mun.plan. εργολάβος κατασκευών; εταιρεία κατασκευής και αξιοποίησης ακινήτων; κατασκευαστής ακινήτων; κατασκευαστική εταιρεία
cultur. εμφανιστής m; προϊόν εμφάνισης; διάταξη εμφάνισης
econ. αναπτυξιακός φορέας
polit., environ., construct. κύριος του έργου
 English thesaurus
developer [dɪ'veləpə] n
tech., abbr. dev
developer
: 37 phrases in 13 subjects
Agriculture1
Chemistry1
Communications3
Cultural studies10
Economics1
Environment3
General1
Information technology1
Labor law3
Marketing2
Medical1
Microsoft9
Technology1

Add | Report an error | Get short URL | Language Selection Tips