Larger | |
comp., MS | Μεγάλο μέγεθος |
extension | |
commun. | δευτερεύουσα τηλεφωνική εγκατάσταση; δευτερεύουσα τηλεφωνική σύνδεση; εσωτερικό τηλέφωνο |
comp., MS | επέκταση |
earth.sc. construct. | προέκταση |
IT el. | στιγμιαία κατάσταση βάσης δεδομένων |
med. | διαστολή; επιμήκυνση; διεύρυνση; έκταση |
node | |
comp., MS | κόμβος |
el. | σημείο ελάχιστου στάσιμου κύματος; σημείο διακλάδωσης |
life.sc. | κομβικό σημείο |
life.sc. el. | κóμβος |
med. | κόμβος; δεσμός; οξίδιο; όξος; κομβίο |
| |||
μεγάλη; μεγάλος | |||
| |||
Μεγάλο μέγεθος (An item on the Text Size menu, which is opened from the Edit menu. Larger is one of the text size choices for the user's instant messages) | |||
English thesaurus | |||
| |||
l; lg; lge; lrg | |||
mega (I have mega amounts of tomatoes in my garden this summer) | |||
| |||
Legal Adjustments And Reforms For Globalizing The Economy | |||
Los Alamos railgun estimator | |||
Los-Alamos railgun estimator |
Large : 401 phrase in 40 subjects |