DictionaryForumContacts

   German
Google | Forvo | +
verb | adjective | to phrases
dämpfen v
gen. ελαττώνω; μετριάζω
earth.sc., el. εξασθενώ
industr., construct. άτμιση
IT, industr., construct. εξασθενίζω
Dämpfer v -s, =
commun. εξασθενητής
earth.sc., el. απομονωτήρας; απομονωτής
industr., construct. κλίβανος ωρίμασης; σταθεροποιητής χρωμάτων vat
IT αποσβεστήρας
mech.eng. αποσβεστήρας με ρευστά
mech.eng., el. μειωτήρας
tech., industr., construct. εξοπλισμός ατμίσματος
Dampf v -(e)s, Dämpfe
med. ατμός; υδρατμός; αναθυμιάσεις; καπνός
Dämpfen v -s
food.ind. επεξεργασία με ατμό
industr., construct. ωρίμαση
mun.plan., agric. ψήσιμο
Dampfer v -s, =
transp., nautic. ατμόπλοιο
dämpfen adj.
earth.sc., el. αποσβένω
dämpfen: 114 phrases in 15 subjects
Agriculture7
Chemistry18
Earth sciences11
Electronics4
Energy industry5
Environment1
General28
Health care2
Industry8
Life sciences1
Materials science1
Mechanic engineering10
Metallurgy2
Technology9
Transport7