DictionaryForumContacts

   Portuguese
Terms for subject Forestry containing R | all forms
PortugueseGreek
arrastar directamente ŕ paisagemσύρση απευθείας στον τόπο συγκέντρωσης
controlado ŕ distânciaτηλεχειριζόμενο
pesca ŕ linhaψάρεμα με καλάμι
resistente ŕ humidadeανθεκτικό στην υγρασία
trabalho ŕ peçaεργασία με το κομμάτι
ŕ prova de fogoάκαυτος
ŕ prova de fogoπυρίμαχος