מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   שוודית +
Google | Forvo | +

pólio

[po´lio] נ ~n
.רְפוּ οξεία πρόσθια πολιομυελίτις
polios נ
.רְפוּ λεύκανσις του τριχωτού της κεφαλής (canities)