מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית +
Google | Forvo | +

versatility

['vɜ:sə'tɪlɪtɪ] נ
.תַחְב, .הנדסת ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικές χρήσεις