![]() |
| variable | |
| כלל. | ευμετάβολη; ευμετάβολο; ευμετάβολος |
| .טכנול .מכשיר | μεταβλητή |
| .מָתֵי | μεταβλητών; μεταβλητής; στοχαστική μεταβλητή; τυχαία μεταβλητή; τυχαίων μεταβλητών |
| origin | |
| .טכנול .טֶכנו | σταθερά διευθύνσεων |
| .מיקרו | προέλευση |
| .רְפוּ | γενιά; σόι; αρχή; προέλευση; έκφυση; καταγωγή |
| .תַחְב .תַעֲש .בְּנִ | αρχή; αρχικό σημείο |
| |||
| ευμετάβολη; ευμετάβολο; ευμετάβολος | |||
| μεταβλητή | |||
| μεταβλητών; μεταβλητής; στοχαστική μεταβλητή; τυχαία μεταβλητή; τυχαίων μεταβλητών | |||
| μεταβλητή (A named storage location capable of containing data that can be modified during program execution) | |||
| אנגלית אוצר מילים | |||
| |||
| A quantity or condition whose value is subject to change and can usually be measured | |||
| vrbl | |||
| var. | |||
|
variable origin : 1 צירופים, 1 נושאים |
| תקשורת | 1 |