מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית יוונית +
Google | Forvo | +
telephone
 telephone
כלל. τηλεφωνώ
.כַּלְ τηλέφωνο
| input
 input
כלל. συντελεστής παραγωγής
.הנדסת .מכשיר απορροφούμενη ισχύς
.חַקלָ .תַעֲש εισερχόμενο; λίπασμα
.טכנול .טֶכנו Είσοδος
.כַּלְ .מִסְח επιβαρύνσεις παραγωγής; έξοδα παραγωγής
.מכשיר είσοδος
- נמצאו מלים נפרדות

שם עצם | שם תואר | צירופים

telephone

['telɪfəun] נ
כלל. τηλεφωνώ
telephone ['telɪfəun] adj.
.כַּלְ τηλέφωνο
.מכשיר τηλεφωνική εγκατάσταση; τηλεφωνική συσκευή; τηλεφωνική σύνδεση; τηλεφωνικό κέντρο
 אנגלית אוצר מילים
telephone ['telɪfəun] נ
.טֶכנו, .נוֹטָ tele
telephone input
: 2 צירופים, 1 נושאים
תקשורת2