מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית +
Google | Forvo | +
statistical
 statistical
כלל. στατιστική; στατιστικό
.סטָטִ .תקשור .טכנול στατιστικός τρόπος μεταφοράς
| processing
 process
.הנדסת κατασκευάζω
 processing
כלל. μεταποίηση
.חַקלָ τήξη
.טכנול επεξεργασία
.יַעֲר διαμόρφωσις
.סטָטִ כלל. כלל. εργασίες τελειοποίησης
.פֶּחָ .כִּימ .מכשיר εμπλουτισμός; κατεργασία
.תַעֲש μεταποίηση
| and
 AND
.מיקרו λογικό ΚΑΙ
| analysis
 Analysis
כלל. Ανάλυση
 analysis
כלל. ανάλυση; λεπτομερής λογιστική ανάλυση
.מדעי ανάλυση καιρού
.סטָטִ εκτίμηση
.רְפוּ ψυχανάλυση; ανάλυση; ψυχολογική
- נמצאו מלים נפרדות

שם תואר | שם עצם | צירופים

statistical

[stə'tɪstɪkl] adj.
כלל. στατιστική; στατιστικό
.סטָטִ, .תקשור, .טכנול στατιστικός τρόπος μεταφοράς
.רְפוּ στατιστικός
 אנגלית אוצר מילים
statistical [stə'tɪstɪkl] קיצור.
.נוֹטָ stat
.נוֹטָ, .פולימ st
statistical processing
: 1 צירופים, 1 נושאים
סטָטִיסטִיקָה1