מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית +
Google | Forvo | +

פועל | שם תואר | שם עצם | צירופים

referencing

v
.כַּלְ χαρακτηρισμός
reference ['ref(ə)rəns] adj.
.זרימת, .תקשור διαπαραπομπή
.טכנול παραπομπή
.מדעי αναφορά
.תקשור γράμμα παραπομπής; αναφορά' παραπομπή
αναγνωριστικό συναλλαγής; αναφορά συναλλαγής; προσφυγή στο Δικαστήριο; υποβολή θέματος στο Συμβούλιο
reference... adj.
.הנדסת αρχικός...
 אנגלית אוצר מילים
reference ['ref(ə)rəns] נ
.נוֹטָ re; ref; ref.
Reference ['ref(ə)rəns] קיצור.
.נוֹטָ, .סיומת .ref (file name extension)
reference timing
: 2 צירופים, 2 נושאים
מכשירי חשמל1
תקשורת1