|
['ləudɪŋ] adj. | |
|
| כלל. |
πλήρωση |
| .טֶכנו, .תַעֲש, .בְּנִ |
πρόσθετο υλικό; επιβαρυντικό |
| .טכנול |
φορτώνω |
| .יַעֲר |
εκφόρτωση |
| .מֵטַל |
στερέωση και ευθυγράμμιση; κλείσιμο; έδραση στοιχείων για συγκόλληση |
| .מכשיר |
πουπινισμός |
| .סטָטִ |
φόρτωση |
| .עיבוד |
συγκράτηση; απορρόφηση |
| .פֶּחָ |
γόμωση; φόρτωση δι'εκρηκτικών υλών; ξεμπάζωμα |
| .תַחְב |
φόρτωσις; φορτίο; ἁμάξιά; γέμισμα |
| .תַחְב, .מדעי |
κατανομή φόρτισης |
| .תַעֲש, .בְּנִ |
επιβάρυνση; τοποθετώ μέσα στη μήτρα |
| .תַעֲש, .בְּנִ, .מֵטַל |
ειδική τηκτική ικανότητα |
| .תקשור |
φόρτιση; εισαγωγή κασέτας |
|
| אנגלית אוצר מילים |
|
|
| .לוֹגִ |
The process of putting personnel, matériel, supplies and other freight on board ships, aircraft, trains, road vehicles or other means of conveyance. Related term: embarkation. Note: In French, the word "Chargement" excludes personnel. (FRA) |
| .נוֹטָ |
ldg; leg (Vosoni) |
|
|
| .נוֹטָ |
lg; load. |