מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית +
Google | Forvo | +
Shared
 share
כלל. μποιράζω
 shared
כלל. μεριζόμενη; μεριζόμενο; μεριζόμενος
.טכנול .עיבוד Καταμερισμένος; κοινής χρήσεως
 shares
כלל. .ארגון .חשבונ μετοχές ή μερίδια
.חשבונ μετοχές
| Memory
 memory
.בריאו προσληπτική λειτουργία της μνήμης
.טכנול αποθήκευση; μονάδα μνήμης
.מיקרו μνήμη
.רְפוּ μνήμη
- נמצאו מלים נפרדות

פועל | שם תואר | צירופים

shares

v
.ארגון, .חשבונ μετοχές ή μερίδια
.חשבונ μετοχές
sharing ['ʃe(ə)rɪŋ] v
.טכנול μερισμός μέσων; Διαμερισμός/Kαταμερισμός
share [ʃeə] v
כלל. μποιράζω
shared [ʃeəd] adj.
כלל. μεριζόμενη; μεριζόμενο; μεριζόμενος
.טכנול, .עיבוד Καταμερισμένος; κοινής χρήσεως
 אנגלית אוצר מילים
SHARED [ʃeəd] קיצור.
.נוֹטָ, .אסטרו Satellite Health Access for Remote Environment Demonstrator project (a pilot platform)
.נוֹטָ, .רְפוּ Scientists For Health And REsearch For Development
Shared Memory
: 1 צירופים, 1 נושאים
תקשורת1