מילוניםהפורוםפרטי הקשר

   אנגלית +
Google | Forvo | +

שם עצם | שם תואר | צירופים

multiple

['mʌltɪp(ə)l] נ
כלל. πολλαπλή
.רְפוּ πολλαπλός; πολλαπλάσιος
multiple ['mʌltɪp(ə)l] adj.
.מכשיר πολλαπλό συνδρομητή; πολλαπλός μεταλλάκτης; πολλαπλό κύκλωμα
.תקשור πολλαπλό
to multiple ['mʌltɪp(ə)l] adj.
.תקשור, .מכשיר πολλαπλασιαστικό πεδίο; πολλαπλούν πεδίο
MUltiple Signal
: 6 צירופים, 2 נושאים
מכשירי חשמל1
תקשורת5